Αρθρογραφια |

Οι Οικονομικές Ανισότητες στην Ελλάδα

Γιατί η δημοσιονομική πολιτική χρειάζεται να διατηρεί αναδιανεμητικό χαρακτήρα.

Καθώς υποχωρεί η ένταση που συνοδεύει κάθε σημαντική κυβερνητική αλλαγή, ο δημόσιος διάλογος στρέφεται συνήθως στους πρώτους νομοθετικούς στόχους και στις μεταρρυθμίσεις που καλούνται να εφαρμοστούν στο πλαίσιο της νέας πολιτικής κατεύθυνσης. Ένα από τα πρώτα φλέγοντα ζητήματα είναι, πιθανότατα, ο ανασχεδιασμός της άμεσης φορολογίας. Μια φορολογική συνάρτηση που παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη από το 2013,1 εν μέσω δραστικών μεταβολών στην πραγματική αξία των εισοδημάτων ελέω πληθωρισμού, χρήζει άμεσης επικαιροποίησης.2 Ωστόσο, η ισορροπία που θα πρέπει να διατηρηθεί μεταξύ των άμεσων και έμμεσων φόρων που επιβάλλονται στην ελληνική οικονομία θέλει πολύ μεγάλη προσοχή,3 όταν το συνολικό φορολογικό σύστημα επιβάλλεται τουλάχιστον να μην εντείνει τις οικονομικές/εισοδηματικές ανισότητες, αν όχι και να προσπαθεί να τις μετριάσει.

Τι μας λένε, όμως, τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα για τις οικονομικές ανισότητες που παρατηρούνται στην Ελλάδα; Και ποια είναι η πορεία τους τα τελευταία χρόνια;

Ας ξεκινήσουμε με τον δείκτη S80/S20, που συγκρίνει το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού (5ο πεμπτημόριο) έναντι του εισοδήματος του φτωχότερου 20% (1ο πεμπτημόριο).4 Όπως φαίνεται και στο παρακάτω γράφημα, η γενική τάση του δείκτη από το 2002 είναι πτωτική, κάτι που υποδηλώνει τη μείωση του βαθμού ανισότητας, τουλάχιστον μεταξύ των δύο αυτών ακραίων ομάδων του πληθυσμού. Παρ’ όλα αυτά, στο διάστημα μετά το 2018, η πορεία του δείκτη είναι ήπια αυξητική, ακόμα και αν αγνοήσουμε τη διαταραχή του 2020, που συνέβη εξαιτίας της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων. Ιδιαίτερα πιο εμφατική είναι η σύγκριση με την ΕΕ-27, καθώς γίνεται σαφές ότι η εισοδηματική ανισότητα μεταξύ των δύο ακραίων πεμπτημορίων του πληθυσμού στην Ελλάδα είναι διαχρονικά σημαντικά υψηλότερη από ό,τι συμβαίνει στην υπόλοιπη ΕΕ· και η πορεία σύγκλισης που είχαμε έως το 2018, ανετράπη στη συνέχεια.

Ακόμα και στον γνωστό δείκτη Gini, στον οποίο προσμετρώνται όλα τα άτομα που συνιστούν τον πληθυσμό μιας χώρας (όχι μόνο τα δύο ακραία πεμπτημόρια),5 παρατηρούμε μια αντίστοιχη πορεία. Υπήρχε μια γενική τάση μείωσης των ανισοτήτων έως το 2018, αλλά εφεξής παρατηρείται μια ήπια αντίστροφη πορεία. Έτσι, η πορεία σύγκλισης του ελληνικού δείκτη Gini προς τον μέσο όρο της ΕΕ, η οποία παρουσιάζει διαχρονικά μικρότερη εισοδηματική ανισότητα, επίσης ανετράπη.

Στην εξέλιξη αμφότερων των δεικτών, μπορούμε να παρατηρήσουμε τρία ακόμα ενδιαφέροντα φαινόμενα. Το πρώτο είναι ότι η επίδραση της πανδημίας στην εισοδηματική ανισότητα ήταν ιδιαίτερα ισχυρότερη στην Ελλάδα, εν συγκρίσει με τον μέσο όρο της ΕΕ, γεγονός που ίσως μπορεί να αποδοθεί στη μεγάλη εξάρτηση των εισοδηματικά πιο αδύναμων ατόμων από τη δραστηριότητα του τουρισμού. Το δεύτερο είναι πως η αύξηση της ανισοκατανομής το 2020 εμφανίζεται ισχυρότερη στον δείκτη S80/S20 (+10,7%) έναντι του δείκτη Gini (+3,2%). Αυτό υποδηλώνει ότι η επίδραση της πανδημίας ήταν πιο έντονη στη σχέση μεταξύ των δύο ακραίων πεμπτημορίων του πληθυσμού, παρά για το σύνολό του, ως αποτέλεσμα της ασύμμετρα μεγαλύτερης συμπίεσης του εισοδήματος του πρώτου πεμπτημορίου (το 20% του πληθυσμού με το μικρότερο εισόδημα). Τέλος, το τρίτο είναι ότι, αν και η επίδραση της πανδημίας αποσβένεται πλήρως το 2021, η εφεξής τάση του βαθμού ανισότητας είναι αυξητική, ενδεχομένως εξαιτίας και της έκρηξης του πληθωρισμού, ο οποίος όντως σχετίζεται στην επιστημονική βιβλιογραφία με τις εισοδηματικές ανισότητες.6 Με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον αναμένουμε να δούμε τι συνέβη και το 2023, στην επερχόμενη δημοσίευση της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών από την ΕΛΣΤΑΤ, ώστε να μπορούμε να εξάγουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα.

Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν λάθος να αποδώσουμε τις εξελίξεις μετά το 2018 στην εφαρμοζόμενη συνολική δημοσιονομική πολιτική (ήτοι τη συνισταμένη της φορολογικής και επιδοματικής πολιτικής), όχι γιατί αυτή δεν μπορεί να επηρεάσει την οικονομική ανισότητα σε μια χώρα, αλλά επειδή το φαινόμενο της οικονομικής ανισότητας είναι εξόχως πολυπαραγοντικό και εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη δομή της οικονομίας. Η δομή της οικονομίας ορίζει το πλαίσιο της διαπραγματευτικής ισχύος των μερών που τη συνιστούν –συνεπώς, τη δυνατότητα των εργαζομένων να απαιτήσουν το αντιστάθμισμα του πληθωρισμού ή τη δυνατότητα κάποιων επιχειρήσεων να ορίζουν σε μεγάλο βαθμό την τιμή ισορροπίας (ολιγοπωλιακή ισχύς)– και επομένως, η δομή της οικονομίας καθορίζει πώς μοιράζεται το όφελος από την οικονομική μεγέθυνση (ή ακόμα και συρρίκνωση) στους επιμέρους συντελεστές της.

Παρ’ όλα αυτά, η δυνατότητα επιδίωξης ενός, έστω, μετριασμού των παραπάνω επιδράσεων μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής παραμένει, ενώ, επιπλέον, η διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων επαυξάνει τη σκοπιμότητά της. Και μπορεί η φτωχότερη ομάδα του πληθυσμού να προστατεύεται κυρίως μέσω της επιδοματικής πολιτικής,7 αλλά οι εισοδηματικές ανισότητες στα ενδιάμεσα τμήματα του πληθυσμού –εφόσον δεν θεραπεύονται εν τη γενέσει τους– μπορούν να εξισορροπούνται μόνο μέσω της φορολογίας. Καθώς, όμως, η κατ’ ουσίαν αντίστροφη προοδευτικότητα3 της έμμεσης φορολογίας εντείνει, αντί να μετριάζει, τις εισοδηματικές ανισότητες, η άμεση φορολογία υποχρεούται να ενσωματώνει έναν ελάχιστο βαθμό προοδευτικότητας, ώστε τουλάχιστον να αντισταθμίζει τις επιδράσεις της έμμεσης φορολογίας, πόσο δε μάλλον όταν χρειάζεται να στοχεύει και σε μια εξισορρόπηση.

Η αναδιανεμητική δημοσιονομική πολιτική δεν αποτελεί πανάκεια. Ωστόσο, όσο η συνολικότερη οικονομική πολιτική δεν επιτυγχάνει επαρκώς στον στόχο της εξυγίανσης της δομής της οικονομίας, ώστε το αποτέλεσμα της οικονομικής δραστηριότητας να μοιράζεται δίκαια, τόσο γίνεται απαραίτητος ο επιδιορθωτικός ρόλος στη δημοσιονομική πολιτική. Ένας δίκαιος σχεδιασμός της φορολογικής πολιτικής, που να διασφαλίζει τόσο την κοινωνική συνοχή όσο και την οικονομική ανάπτυξη, είναι ζωτικής σημασίας.


Παραπομπές

1. Το 2020 εισήχθη ένα επιπλέον κλιμάκιο, για τις πρώτες €10.000 εισοδήματος, με συντελεστή 9%. Όμως, η μείωση φόρου (€777 για φορολογούμενους χωρίς τέκνα και €900+ για τους φορολογούμενους με τέκνα) αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν σε ένα αφορολόγητο της τάξεως των €8.633 για τους φορολογούμενους χωρίς τέκνα και τουλάχιστον €10.000 για τους φορολογούμενους με τέκνο/-α. Συνεπώς, το 9% αφορά τελικά ένα πολύ μικρό ποσό εισοδήματος και αυτό μόνο για τους φορολογούμενους χωρίς τέκνα.

2. Καθώς η πραγματική αξία των ορίων των κλιμακίων έχει συμπιεστεί σημαντικά, λόγω του πληθωρισμού. Έτσι, ακόμα και αν κάποιος μισθωτός διατηρεί ένα σταθερό πραγματικό εισόδημα (επιτυγχάνοντας ονομαστικές αυξήσεις ίσες με τον πληθωρισμό), είναι αρκετά εύκολο να ανεβαίνει μέγιστο κλιμάκιο και να επιβαρύνεται με μεγαλύτερο μέσο φορολογικό συντελεστή.

3. Βλέπε σχετική ανάλυση της διαΝΕΟσις για τη σχέση μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολογίας, και τους περιορισμούς που θα πρέπει αυτή απαραίτητα να ικανοποιεί: Μακαντάση, Φ, & Βαλεντής, Η. (2023). Ταιριάζει ο ενιαίος φορολογικός συντελεστής (flat tax) στην Ελλάδα;. διαΝΕΟσις.

4. Ο λόγος των συνολικών «ισοδύναμων διαθέσιμων εισοδημάτων» των δύο αυτών ομάδων του πληθυσμού. Οι όροι «πλουσιότερο» και «φτωχότερο» αναφέρονται ως προς το εισόδημα, όχι τον διαπραττόμενο πλούτο.

5. Ο ορισμός του δείκτη Gini είναι μάλλον υπερβολικά περίπλοκος για να αποδοθεί σε λίγες γραμμές. Πολύ συνοπτικά, μετράει τον βαθμό απόκλισης από μία απόλυτα ομοιόμορφη κατανομή στο «ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα», δίνοντας τιμές σε μια κλίμακα 0%-100%. Στο 0% έχουμε τέλεια ισοκατανομή, ενώ στο 100% έχουμε 1 μόνο άτομο να εισπράττει όλο το εγχώριο εισόδημα.

6. Υπάρχουν πάμπολλες επιστημονικές δημοσιεύσεις που συσχετίζουν θετικά τον υψηλό πληθωρισμό με την εισοδηματική ανισότητα. Βλ. ενδεικτικά: Albanesi, S. (2007). Inflation and inequality. Journal of Monetary Economics, 54(4), pp. 1088–1114. https://doi.org/10.1016/j.jmoneco.2006.02.009 και Bulíř, A. (2001). Income inequality: Does inflation matter? IMF Staff Papers, 48(1), pp. 139–159. https://doi.org/10.5089/9781451928549.001.

7. Υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι δεν προκύπτουν ανασταλτικά κίνητρα σε αυτά τα άτομα, για περαιτέρω οικονομική δραστηριότητα.